Λυπούμαστε, αλλά τα λεξικά μας δεν ξέρουν να μεταφράζουν προτάσεις!
Το WordReference προσφέρει διαδικτυακά λεξικά, όχι λογισμικό μεταφράσεων. Παρακαλούμε, αναζητήστε μία μία τις λέξεις (μπορείτε να τις κλίκαρετε παρακάτω) ή κάντε μια ερώτηση στα φόρουμε εάν χρειάζεστε άλλη βοήθεια.
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο rank παρατίθεται στη συνέχεια.
Δείτε επίσης:
the |
and |
file
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
rank n (military: position, title) βαθμός ουσ αρσ Nicholas has the rank of major. Ο Νίκολας έχει τον βαθμό του ταγματάρχη. rank n (status level) θέση, βαθμίδα ουσ θηλ (ιεραρχία ) βαθμός ουσ αρσ (κοινωνική ) τάξη ουσ θηλ Walter's rank within the company is very low. Η θέση του Γουόλτερ στην εταιρεία είναι πολύ χαμηλή. rank n (row, file, line) σειρά ουσ θηλ Please could you put these books into order, starting with this rank here. Θα μπορούσες σε παρακαλώ να βάλεις αυτά τα βιβλία σε τάξη ξεκινώντας με αυτήν εδώ τη σειρά; the ranks npl (people in an organization) οι τάξεις περίφρ οι άνθρωποι περίφρ The manager knew that the ranks would not be happy about his new rule. rank [sth/sb] ⇒ vtr (place: 1st, etc.) κατατάσσω ρ μ (ψηλότερη, χαμηλότερη κλπ ) βάζω σε ... θέση περίφρ (ακολουθεί επίρρημα ) βάζω ρ μ Lydia ranks Johnny Depp above Brad Pitt. Η Λύντια κατατάσσει τον Τζόνι Ντεπ πάνω από τον Μπραντ Πιτ. Η Λύντια βάζει τον Τζόνι Ντεπ σε υψηλότερη θέση από τον Μπραντ Πιτ.
Επιπλέον μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
rank adj (smell or taste: unpleasant) που βρομάει περίφρ άθλιος, απαίσιος, σιχαμερός επίθ What is that smell? Oh, that's rank! rank adj (sheer, utter) (λόγιος ) έσχατος επίθ απόλυτος επίθ Alan was fired for rank insubordination. rank ⇒ vi (be placed or classed) κατατάσσομαι ρ αμ (υψηλή, χαμηλή κλπ ) βρίσκομαι σε ... θέση περίφρ (ζαργκόν: σε μηχανή αναζήτησης ) ρανκάρω ρ αμ Glenn ranks highly among the world's top chefs. rank [sth] ⇒ vtr (assign order to) ταξινομώ, κατατάσσω ρ μ Wendy ranked the files in alphabetical order.